Η Αθήνα είναι αόρατη. Κρυμμένη κάτω από έτοιμες εικόνες, θόρυβο, και υπερβολικές, αφηγήσεις. Ο θαυμασμός και η απαξίωση σωριάστηκαν πάνω της.

Η Αθήνα είναι πόλη εμβληματική, παλίμψηστο όπου η κάθε νέα περίοδος φωτίζεται και φωτίζει τις προηγούμενες. Ωστόσο, επειδή το κείμενο της συνεχώς ξαναγράφεται χρειάζεται να ασκούμαστε διαρκώς στην θέα και την ανάγνωση της.

Η «Επίσκεψη» είναι μια πρόσκληση επίσκεψης της πόλης. Επίσκεψη τελικά της Ιστορίας διότι η πόλη αποτελείται από τις προηγούμενες στιγμές της. Χειρονομία ταιριαστή όταν το παρόν μας πνίγει. Το παρελθόν φωτίζει ψύχραιμα το παρόν και του προσφέρει χώρο.

Η ιστορία της Αθήνας είναι πύλη για να μπούμε στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας αλλά προ πάντων στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η σύγχρονη Αθήνα ξεκινά τον 19ο αιώνα και γι’ αυτό αποτελεί αποτύπωμα του, αρχείο και μαρτυρία του. Έχει ειπωθεί πως «Ο 19ος αιώνας είναι ο πατέρας μας», αιώνας του εθνικισμού και της βιομηχανικής επανάστασης, απόγειο της Ευρωπαϊκής επικράτησης, κορύφωση της ευρωκεντρικής αντίληψης στην οποία η ίδια η Αθήνα κατέχει, συμβολικά, κεντρική θέση.

Η Αθήνα επισκιάζεται από την λεγόμενη χρυσή εποχή της. Τον 5ο αιώνα π.Χ. Τι θα γινόταν αν κοιτούσαμε προσεκτικά τις άλλες περιόδους; Την Ελληνιστική/Ρωμαϊκή την λεγόμενη Βυζαντινή και την Οθωμανική.

Η Αθήνα μας αναγκάζει διαρκώς να δούμε με ποιόν τρόπο συνεχίζουν, ακόμα και με ασυνέχειες, οι ζωές μας, οι καιροί και οι εποχές. Κατά μίαν έννοια ούτε η συνέχεια ούτε η ασυνέχεια είναι δυνατές.

Όταν το προσέξεις, το υλικό της πόλης εμφανίζει συνδέσεις ανάμεσα στα κομμάτια του, που υποδεικνύουν αλυσιδωτά άλλες. Τελικά ο άμορφος σωρός γίνεται μακροσκελές κείμενο, ένα αρχείο του οποίου ακόμα και οι άδειες σελίδες μαρτυρούν μια παρουσία, μια πρόθεση, μιαν εποχή. Τα κενά είναι πλήρη και το να κοιτάς προσεκτικά την πόλη μοιάζει πολυτέλεια που δεν εξαντλείται, προνόμιο που δεν χάνεται.



Ποίηση και Πόλη: Ακούγοντας την πόλη των Αθηνών, Α.Μιστριώτης

 

Απόσπασμα από το ανέκδοτο ποίημα “Αθήνα σ’ακούω”

[…Περπατώ στην πόλη μου με μιαν αίσθηση αξιώματος.
Δεν πιστεύω στην επικράτηση, βλέπω πως η εξαφάνιση, η αναχώρηση, το σβήσιμο κάθε ίχνους από κάθε μνήμη και κάθε τοίχο δεν σημαίνει τίποτα για την αξία των πραγμάτων ούτε καν για την διάρκεια τους.
Περπατώ στην πόλη μου με την αίσθηση πως δεν την βλέπω, όπως όλοι οι άλλοι, κι εγώ, στεφανωμένος στο φως της, σε παλίρροιες μνήμης κομματιασμένης σα φρυγανιά, σα γυαλιά σπασμένα, που τρίζουν όταν τα πατάς και αστράφτουν όταν τα φωτίζεις.
Περπατώ στην πλούσια πόλη μου και έχω τόσα και τόσα να μοιραστώ από την ιστορία της και συνάμα δε με νοιάζει. Και γελάω με την καταφρόνια που την κυκλώνει, με την δυσωδία όσων την κατηγορούν για την βρώμα της.
Περπατώ στην πόλη μου κι έχω στο νου μου μιαν εικόνα θολή, που μας έχει όλους μαζί, που ζητώ και με τρομάζει ενώ κρύβομαι όσο μπορώ και θέλω να οργανώνω γιορτές και μετά να φεύγω και να τις ακούω ενώ απομακρύνομαι, νοσταλγώντας, στην ησυχία, στην σφοδρότητα του ήλιου που ακινητοποιεί τα πάντα.
Περπατώ στην πόλη μου τιμώντας τους ποιητές της, τιμώντας την ατιμία τους την απαραίτητη, σαν παράθυρο στον ήλιο της δικαιοσύνης, σημάδι της πληγής του χρόνου και του θανάτου και της ακόρεστης ανάγκης για τον έρωτα. Δε ζητώ γι’ αυτούς δόξα και περπατώ σαν να πάω να τους βρω, αυτούς που κάνουν την ακινησία πράξη, και το σκοτάδι φως και τα άδεια δωμάτια μεταφορές πανανθρώπινες, που πυκνώνουν με το βλέμμα τον κόσμο και την ύλη των πραγμάτων.
Περπατώ στην πόλη μου, σας λέω, επειδή δε μπορώ να κρατηθώ.