Η Επίσκεψη ξεκίνησε πηγαία το 2010. Σαν αυθόρμητος περίπατος με ξένους επισκέπτες, δημοσιογράφους, ερευνητές επιστήμονες, καλλιτέχνες η απλώς φίλους που θέλανε να συνδεθούν με τις εξελίξεις στην Έλλαδα.

Μια συζήτηση καφενείου δεν έφτανε. Έπρεπε να βγούμε από το επείγον, να βρούμε χρόνο. Έπρεπε πάνω απ’ όλα να δοκιμάσουμε κάπως τα όρια και τους αυτοματισμούς της γλώσσας που οδηγούσαν το μυαλό διαρκώς στα ίδια συμπεράσματα Χρειαζόταν η εμπειρία του χώρου που θέλαμε να γνωρίσουμε, χρειαζόμασταν τη συνείδηση αυτού του χώρου. Κι αυτή η συνείδηση που πιέζει, επειδή απλώς υπάρχει, την γλώσσα να αλλάξει διαδρομές ονομάζεται διαφορετικά ποίηση. Να πω λοιπόν, από νωρίς, πως βγήκαμε στον δρόμο με τον πόθο της ποίησης, ακόμα κι αν η Επίσκεψη δεν ξεχειλίζει απαραίτητα από ποιητικότητα .

Όταν, πάλι, άρχισε να γίνεται με Έλληνες και Αθηναίους ήταν αντίδραση στην αγωνιώδη θλίψη και σε μια διάχυτη απαξίωση κάθε πράγματος Νεοελληνικού. Απαξίωση που πρέπει να πούμε καθαρά πως στερείται σοβαρότητας αν και συχνά γίνεται περισπούδαστα. Η Επίσκεψη ήταν πρόσκληση σε μιαν αδυσώπητη παρηγοριά. Διότι τέτοιο είναι το μάθημα της Αθήνας, ειδικά και της Ιστορίας, γενικότερα.

Θα ήταν εξ’ ίσου σωστό να ειπωθεί πως αποτελεί παρουσίαση μιας αναζήτησης που ξεκίνησε τα εφηβικά χρόνια και δε σταμάτησε στην πραγματικότητα ποτέ. Κάπως καταχρηστικά και εκ των υστέρων, θα μπορούσε η τότε αίσθηση να συνοψιστεί σε μερικά σημεία.
Πρώτον, τα πράγματα που λέγονταν αψήφιστα για την πόλη υπέκρυπταν ανεπεξέργαστες ή και ιδεολογικές αξιολογήσεις για ολόκληρη την Ελληνική ιστορία και κοινωνία.
Δεύτερον, το να μιλάς απομονωμένα για την Ελλάδα χωρίς την Ευρωπαϊκή ευρύτερη ιστορία, που καταλήγει να είναι και παγκόσμια ιστορία, οδηγεί σε παρανοήσεις. Κι εδώ να πούμε εμφατικά πως οι παρανοήσεις οδηγούν σε κοινωνική αδικία, διαιωνίζονται από αυτούς που τελικά επωφελούνται απ’ αυτές, με άλλα λόγια αναπαράγονται επειδή νομιμοποιούν το συμφέρον του ισχυρότερου, του ισχυρότερου κράτους, της ισχυρότερης κοινωνικής ομάδας, του ισχυρότερου ιδιώτη.

Τρίτον, υπήρχε μεγάλη σύγχυση στη συζήτηση που αφορούσε την «πολιτισμική» κριτική. Η έννοια του πολιτισμού είναι τόσο ρευστή και δυναμική που εξηγεί από μόνη της την απροθυμία να ασχοληθεί κανείς μαζί της. Το πεδίο του πολιτισμού διαπραγματεύεται το ύποπτο και διαρκώς αινιγματικό αλλά απολύτως απαραίτητο συστατικό του κόσμου μας που λέγεται νόημα. Απαραίτητο διότι όσο η «ατελέσφορη» συζήτηση για το νόημα απουσιάζει ή ατονεί, τόσο η κοινωνία γίνεται ευάλωτη, ανασφαλής, χάνει το ηθικό της σθένος.
Στην δημόσια συζήτηση λοιπόν, όσο κι αν υπήρχαν γνωστές και άγνωστες εξαιρέσεις, το γενικό μοτίβο ήταν μάλλον απλό. Είτε αρκούμασταν αποκλειστικά σε πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα για να μιλήσουμε για ολόκληρες εποχές-κοινωνίες-πολιτισμούς, είτε αγκαλιάζαμε δήθεν άλλα πολιτισμικά παραδείγματα (π.χ. Αρχαία Ελλάδα ή «Βυζάντιο») και τα αποθεώναμε. Το αστείο είναι πως όταν στεκόμασταν κριτικά απέναντι στην Νεωτερικότητα και υπερασπιζόμασταν κάποια άλλη πολιτισμική φωνή δεν γινόταν σοβαρή προσπάθεια για μια ματιά πραγματικά άλλη, στην ουσία τα βλέπαμε όπως μας τα παρουσιάζει η ευρωκεντρική μας παράδοση, ίδιοι με αυτό που δήθεν ελέγχουμε.
Με άλλα λόγια, όταν γίνονταν συνολικές αποτιμήσεις, αυτές, ήταν αυτόματα κληρονομημένες από μιαν νεωτερική ευρωκεντρική παράδοση που τελικά αναγνωρίζει μόνο τον εαυτό της. Η δυσκολία να υπάρξει ο άλλος εμποδίζει την εποχή μας να εξετάσει τις προϋποθέσεις της, τα θεμέλια της, να καταλάβει και να λύσει τα προβλήματα της, δε μπορεί να δει τον εαυτό της από απόσταση, σαν ένα πολιτισμό ανάμεσα σε άλλους. Αυτό το τελευταίο σημείο είναι κρίσιμο διότι η παγκοσμιοποίηση προχωρά και μοιάζει όλο και περισσότερο να μην υπάρχει κανένας «άλλος» πολιτισμός (π.χ. η Κίνα σήμερα δεν μοιάζει εκφραστής κάποιου Κινέζικου Πολιτισμού).

Βγαίναμε, λοιπόν, στο κέντρο της πόλης με στόχο να διαβαστούν τα «μνημεία» της, δηλαδή σχεδόν οτιδήποτε βρίσκαμε μπροστά μας. Η έμφαση δινόταν στις διεργασίες που γέννησαν το Ελληνικό κράτος, στον 19 ο αιώνα, του οποίου σπουδαιότατο γεγονός, παγκόσμιας εμβέλειας, ήταν η Ελληνική επανάσταση. Γυρνούσαμε διαρκώς γύρω από τον 5 ο αιώνα π.Χ. χωρίς να τον πολυαγγίζουμε και αναδύονταν αφορμές να δούμε άλλες εποχές, που συνήθως αγνοούμε, η Ρωμαϊκή, η λεγόμενη Βυζαντινή, η Οθωμανική. Πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται μια διαδρομή, η οποία άλλαζε διαρκώς, εξελισσόταν. Μετά φάνηκε πως τα σημαντικά σημεία που είχαν επιλεγεί έδειχναν κάθε φορά ένα σημείο στο οποίο δύο διαφορετικά πράγματα ακουμπούσαν ή πλησίαζαν το ένα στο άλλο. Μεταβάσεις ή συνδέσεις, χάσματα ή αντιθέσεις στο χώρο ή ακόμα στο χρόνο. Όπως π.χ. όταν δύο διαφορετικά κτήρια γειτνιάζουν και η παράθεση τους αποκαλύπτει κάτι ή πάλι όταν το ίδιο σημείο αλλάζει χρήση σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Μέσα από την εμπειρία, λοιπόν, άρχισε να διαμορφώνεται ένα «κείμενο» κι όχι το αντίθετο. Αναγκαστικά ανασύρθηκαν πράγματα από παλιότερες μελέτες ή συναντήσεις, διαλέξεις και συζητήσεις κι όλο αυτό πύκνωνε σταδιακά, ενίοτε αλματωδώς. Όμως όσα είχαν αποταμιευθεί σε παλαιότερες εποχές έπρεπε να ελεγχθούν ξανά, να ξαναβρεθούν οι πηγές, να ξαναγίνουν οι διαδρομές κι έτσι έγινε μια ακόμα επίσκεψη, της προσωπικής διαδρομής, μέχρις εδώ, σε βιβλιογραφίες και βιβλιοθήκες δημόσιες και φιλικές, με γνωστούς κι αγνώστους, με επιβεβαιώσεις κι ανατροπές. Η έρευνα αυτή ήταν και παραμένει τεράστια σε έκταση, είναι προφανές πως η Επίσκεψη δεν εξαντλεί κάποιαν αλήθεια. Ευελπιστεί απλώς να καλλιεργήσει μιαν αίσθηση, ένα ερώτημα ή μια σχέση με τον χώρο και τον χρόνο. Και για να το κάνει αυτό πρέπει να τοποθετηθεί τολμηρά, παλεύοντας να είναι έντιμη.

Τώρα, έξι χρόνια μετά, παρουσιάζεται ανοικτά. Δεν είναι εύκολο. Γίνεται να παραμείνει ψίθυρος ενώ λέγεται μεγαλόφωνα; Η προσπάθεια μας είναι να διατηρήσει την θερμοκρασία του μοιράσματος μιας φωνής. Ο πρώτος κύκλος έχει και δοκιμαστικό χαρακτήρα. Αποφασίσαμε να ναι οκτώ καλεσμένοι κάθε φορά και ελπίζουμε πως θα λειτουργεί, πως θα είναι προσωπική η απεύθυνση και παράλληλα θα επιτρέπει να χάνεται όποιος θέλει μέσα στην ομάδα, στην μοναξιά που χρειάζεται κάθε ταξιδιώτης. Στον πρώτο δοκιμαστικό κύκλο το εισιτήριο επίσης θα είναι όσο χαμηλό γίνεται, οκτώ ευρώ. Ελπίζω να αντέξει η μικρή ομάδα που σιγά-σιγά σχηματίζεται και να υπάρξει συνέχεια. Μπορεί, μετά, να είναι λιγότεροι ή περισσότεροι οι επισκέπτες και το εισιτήριο θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε το εγχείρημα να αποσβέσει τα κόστη του, να αυτοχρηματοδοτείται και να μην εξαντλεί και αποκαρδιώνει την μικρή μας ομάδα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ένα άλλο θέμα που προέκυψε στις αλλεπάλληλες δοκιμές, όλα αυτά τα χρόνια, είναι πως χωρίς εισιτήριο η σχέση δεν είναι ισότιμη, δεν υπάρχει αμοιβαία δέσμευση και κάποιες φορές μοιάζει ο επισκέπτης να κάνει χάρη που είναι εκεί. Τότε η ήδη επίπονη προσπάθεια γίνεται πραγματικό βάσανο. Πάνω απ’ όλα θέλουμε ανθρώπους που διαιωνίζουν το έργο αντί να το καταναλώνουν.
Κάθε φορά είναι διαφορετική. Η μικρή ομάδα που συγκροτείται καθορίζει πόσο εκτενώς θα ειπωθούν τα πράγματα. Η πόλη γύρω μας θορυβεί, δεν κάνει τα πράγματα εύκολα, αντιστέκεται. Αν δεν υπάρξει μέριμνα από όλους το πλοίο της παρέας που σχηματίζεται κλυδωνίζεται. Στη μέχρι τώρα διαδρομή συχνά οι άνθρωποι θέλουν να μιλήσουν, να συζητήσουν, να εκφραστούν. Το αντίθετο θα ήταν ανησυχητικό. Αλλά το έργο ολοκληρώνεται στο τέλος, αθροιστικά, δεν είναι οι πληροφορίες, τα επιμέρους, αλλά η συνολική αίσθηση που αποσκοπούμε, οπότε χρειάζεται οι μετέχοντες να προστατεύουν την συγκέντρωση και την ησυχία των διπλανών τους πολύ περισσότερο απ’ ότι σε ένα σινεμά ή ένα θέατρο. Δε μπορεί να γίνει συζήτηση με κάποιον χωρίς να χαθεί ο γενικός βηματισμός, η ακρόαση της διάθεσης των υπολοίπων, χάνεται τελικά ο προορισμός της διαδρομής. Όλο αυτό είναι ένας εσωτερικός μονόλογος που απευθύνεται. Παράξενη συνθήκη που απαιτεί ο νους να κάνει εκ νέου τις ίδιες νοερές διαδρομές και να καταλήγει εκ νέου στις πηγές τους.
Κάτι τελευταίο που προσδιορίζει αυτό και όλα τα εγχειρήματα με παρόμοια θεματική. Έχουμε αποδεχτεί διάφορους χαρακτηρισμούς όπως Βαρβαρότητα, Ανατολή, Δύση, Ακμή, Παρακμή, Μεσαίωνας ή ακόμα Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Εβραίοι, Έλληνες κ.α. λέξεις απαραίτητες για να μιλήσουμε. Συχνά, αν όχι πάντα, αυτές οι λέξεις είναι αξιολογήσεις, δεν ονομάζουν απλώς κάτι, προσδιορίζουν ύπουλα αν είναι καλό ή κακό , με τρόπο γενικευτικό και παραπλανητικό. Η Επίσκεψη θέλει να μην ενδώσει στις κατηγορίες αμαχητί και να αναγνωρίσει στα πράγματα την πολυπλοκότητα τους. Επιθυμεί την κατανόηση, αντιλαμβάνεται την γνώση του άλλου ως ταύτιση με τον άλλο. Με άλλα λόγια για να μεταμορφωθούν οι πληροφορίες σε γνώση χρειάζεται ένα ευνοϊκό ήθος που επιτρέπει μια μετακίνηση σε κάτι μέχρι τότε άγνωστο και ξένο. Αυτή η μετακίνηση δεν γίνεται εύστοχα χωρίς συμπάθεια. Δυστυχώς θεωρούμε πως η συμπάθεια ή η κατανόηση έχουν να κάνουν με καλά συναισθήματα ενώ είναι εκδηλώσεις της γνώσης που αποκτήθηκε και προϋποθέσεις εκείνης που θα αποκτηθεί.